ισομέρεια

Φαινόμενο κατά το οποίο δύο ενώσεις, παρότι έχουν τον ίδιο γενικό χημικό τύπο, διαφέρουν ως προς τις χημικές και φυσικές τους ιδιότητες. Αυτό εξηγείται εύκολα αν λάβουμε υπόψη ότι ο γενικός χημικός τύπος δίνει μόνο μια ποιοτική και ποσοτική ερμηνεία μιας χημικής ένωσης, δηλαδή παρέχει πληροφορίες σχετικά με το είδος και τον αριθμό των στοιχείων που περιέχονται στην ένωση, αλλά δεν παρέχει πληροφορίες σχετικά με τη μοριακή δομή της ένωσης, δηλαδή με ποιον τρόπο συνδέονται μεταξύ τους τα διάφορα άτομα που συνιστούν το μόριο. Οι περιπτώσεις ι. είναι πολυάριθμες, κυρίως στην οργανική χημεία. Η απλούστερη περίπτωση ι. είναι εκείνη κατά την οποία ενώσεις που έχουν τον ίδιο γενικό τύπο εμφανίζουν διαφορετικό συντακτικό τύπο· από τις πιο γνωστές και τυπικές περιπτώσεις είναι οι σχετικές με τους υδρογονάνθρακες. Αν παρατηρήσουμε για παράδειγμα τους χημικούς τύπους των δύο δυνατών ισομερών για το τέταρτο μέλος της σειράς των κεκορεσμένων υδρογονανθράκων, θα διαπιστώσουμε ότι είναι ίδιοι: C4Η10. Γράφοντας όμως τους συντακτικούς τύπους αυτών των δύο διαφορετικών χημικών ενώσεων, παρατηρούμε ότι τα διάφορα άτομα συνδέονται μεταξύ τους με διαφορετικό τρόπο, δημιουργώντας δύο διαφορετικές διατάξεις, που αντιστοιχούν ακριβώς στο κανονικό βουτάνιο και στο ισοβουτάνιο. Άλλες γνωστές περιπτώσεις ι. στην οργανική χημεία είναι η ι. των αλκοολών με τους αιθέρες και των αλδεϋδών με τις κετόνες· ενώ, δηλαδή, πρόκειται για ενώσεις πολύ διαφορετικές από χημική άποψη, περιγράφονται από τον ίδιο μοριακό τύπο, ο οποίος είναι CνH2ν+2Ο στην περίπτωση των αλκοολών και των αιθέρων, και CνH2νΟ στην περίπτωση των αλδεϋδών και των κετονών. Ο τύπος αυτός ι. είναι γνωστός και ως ι. ομάδας, εξαιτίας του γεγονότος ότι οι ενώσεις αυτές περιέχουν διαφορετικές χημικές ομάδες (για παράδειγμα, -OH στην περίπτωση των αλκοολών και –Ο- στην περίπτωση των αιθέρων), οι οποίες καθορίζουν και τη χημική τους συμπεριφορά. Μια ειδική περίπτωση ι. έχουμε όταν από ένα υδροξύλιο ενωμένο με ένα άτομο άνθρακα, το οποίο συμμετέχει σε έναν διπλό δεσμό, λαμβάνεται μία καρβονυλική ομάδα (C = 0) με μετακίνηση του υδρογόνου. Οι δύο μορφές βρίσκονται σε ισορροπία μεταξύ τους και το φαινόμενο ονομάζεται ταυτομέρεια. Οι αρωματικές ενώσεις εμφανίζουν περιπτώσεις ι. που οφείλεται σε περισσότερους δυνατούς τύπους σε ισορροπία μεταξύ τους, οι οποίοι διαφέρουν μόνο κατά τη θέση των διπλών δεσμών, όπως συμβαίνει για παράδειγμα στο βενζόλιο. Υπάρχουν επίσης περιπτώσεις ι. που οφείλονται στη διαφορετική θέση των συστατικών στοιχείων στο μόριο και πολλές άλλες ακόμα όχι τόσο απλές. Άλλες περιπτώσεις ι., με μεγαλύτερο ενδιαφέρον από τις προηγούμενες, εμφανίζουν οι ενώσεις, οι οποίες, αν και έχουν όμοιο γενικό τύπο και ίδιο τρόπο σύνδεσης των ατόμων μεταξύ τους μέσα στο μόριο, διαφέρουν ως προς τη διάταξη των ατόμων στον χώρο (στερεοχημική διάταξη) και δημιουργούν φαινόμενα ι. χώρου ή στερεοϊσομέρειας. Η στερεοϊσομέρεια περιλαμβάνει την οπτική ι. και τη γεωμετρική ι. οπτική ι. Οι έρευνες που οδήγησαν στη δημιουργία και στον καθορισμό των διαφόρων απόψεων αυτής της θεωρίας συνδέονται με τα ονόματα διαφόρων επιστημόνων, με κορυφαίους τον Παστέρ, τον Βισλικένους, τον Βαν’τ Χοφ και τον Λε Μπελ. Είναι γνωστό ότι υπάρχουν ουσίες ικανές, στην κρυσταλλική κατάσταση, να στρέφουν κατά ορισμένη γωνία το επίπεδο του πολωμένου φωτός. Οι ουσίες αυτές, που ονομάζονται οπτικά ενεργές, έχουν όλες την ιδιότητα να βρίσκονται σε δύο μορφές, κρυσταλλικές και ασύμμετρες, που δεν συμπίπτουν με υπέρθεση, αλλά η μία είναι το είδωλο της άλλης. Οι δύο κρυσταλλικές μορφές λέγονται εναντιομερή και έχουν το χαρακτηριστικό να στρέφουν το επίπεδο του πολωμένου φωτός κατά ίση γωνία, αλλά προς αντίθετη κατεύθυνση και γι’ αυτό ονομάζονται και οπτικοί αντίποδες. Τέλος, είναι γνωστές και ως χειρόμορφες ενώσεις επειδή δεν μπορούν να ταυτιστούν, σε αναλογία, με το αριστερό και το δεξί χέρι. Οι κρύσταλλοι του χαλαζία, για παράδειγμα, υπάρχουν σε δύο εναντιομερείς μορφές, που είναι οπτικοί αντίποδες. Αν λιώσουμε παρόμοιους κρυστάλλους, χάνεται η οπτική τους ενεργότητα και το γεγονός αυτό οδήγησε τους πρώτους ερευνητές στο συμπέρασμα ότι η οπτική ενεργότητα σχετίζεται άμεσα με την ασύμμετρη σύσταση του κρυστάλλου. Μεταγενέστερες έρευνες υπό την καθοδήγηση του Μπίο και του Χέρσελ απέδειξαν ότι υπάρχουν μερικές οργανικές ουσίες που στρέφουν το επίπεδο του πολωμένου φωτός όταν βρίσκονται σε διάλυμα. Έγινε, λοιπόν, εμφανές ότι η οπτική τους ενεργότητα δεν μπορούσε να εξαρτηθεί από μια ορισμένη κρυσταλλική μορφή, που έπαψε να υπάρχει στο διάλυμα. Πρώτος ο Παστέρ είχε τη μεγαλοφυή έμπνευση να δείξει, με τρόπο σαφή και κατανοητό, ότι η οπτική ενεργότητα αυτών των ουσιών συνδεόταν με μια ειδική ασυμμετρία, όχι μόνο της κρυσταλλικής τους δομής αλλά και των ίδιων των μοριακών δομών τους. Ο ίδιος απέδειξε ότι υπήρχε μία μορφή τρυγικού οξέος που, σε διάλυμα, έστρεφε προς τα αριστερά το επίπεδο του πολωμένου φωτός και μία άλλη μορφή που έστρεφε το φως δεξιά κατά ίση γωνία. Τα οξέα αυτά ονομάστηκαν αριστερόστροφο και δεξιόστροφο αντίστοιχα και ο χαρακτηρισμός αυτός παρέμεινε για όλες τις οπτικά ενεργές ουσίες. Παρατήρησε εξάλλου ότι αναμειγνύοντας ίσες ποσότητες αριστερόστροφης και δεξιόστροφης μορφής προέκυπτε ένα μείγμα, που ονομάστηκε ρακεμικό και το οποίο ήταν οπτικά ανενεργό. Οι επόμενες εργασίες, με την εποπτεία του Βισλικένους, του Βαν’τ Χοφ και του Λε Μπελ, πιστοποίησαν πειραματικά την ακρίβεια της υπόθεσης του Παστέρ, ότι δηλαδή ουσίες που είναι οπτικά ενεργές σε διάλυμα, σε υγρή ή σε αέρια κατάσταση, οφείλουν αυτή την ιδιότητα στην ασύμμετρη δομή των μορίων τους. Προκύπτει, λοιπόν, το συμπέρασμα ότι αν μια ουσία σε διάλυμα είναι αριστερόστροφη εξαιτίας της ασυμμετρίας του μορίου της, θα υπάρχει, κατ’ αντίθεση, μια άλλη διάταξη του μορίου στον χώρο, η οποία θα είναι εναντιόμορφη, δεν θα συμπίπτει δι’ εναπόθεσης με την πρώτη και η οποία θα δίνει ένα διάλυμα δεξιόστροφο. Οι δύο αυτές μορφές θα συμπεριφέρονται ανάλογα με τις δύο κρυσταλλικές μορφές του χαλαζία. Η ασύμμετρη αυτή δομή πολλών οργανικών μορίων εξηγείται ικανοποιητικά με την υπόθεση ότι το τετρασθενές άτομο του άνθρακα ενώνεται κατά τα σθένη του με άλλα άτομα, με βάση τη διάταξή του στον χώρο, που είναι τετραεδρική. Το κέντρο του τετραέδρου κατέχεται από τον άνθρακα, ενώ τα τέσσερα άτομα ή ατομικές ομάδες, που είναι ενωμένα με αυτό, βρίσκονται στις κορυφές του τετραέδρου. Είναι, λοιπόν, προφανές ότι αν στις τέσσερις κορυφές υπάρχουν τέσσερα διαφορετικά άτομα ή ατομικές ομάδες, το μόριο δεν θα έχει επίπεδο συμμετρίας και αυτό θα κάνει δυνατή την ύπαρξη δύο εναντιόμορφων μορίων, που δεν θα συμπίπτουν με εναπόθεση. Τα ασύμμετρα άτομα του άνθρακα (στις παραστατικές μορφές σημειώνονται με έναν αστερίσκο) προσδίδουν αυτό το χαρακτηριστικό της οπτικής ενεργότητας στα μόρια των οποίων αποτελούν μέρος. Έτσι πιστοποιήθηκε οριστικά ότι κάθε οργανική ουσία που αποτελείται από μόρια που περιέχουν ένα ασύμμετρο άτομο άνθρακα είναι οπτικά ενεργή και συναντάται πάντοτε με τη μορφή δύο ισομερών που είναι οπτικοί αντίποδες και στρέφουν το επίπεδο του πολωμένου φωτός κατά ίση γωνία αλλά κατ’ αντίθετη φορά. Γι’ αυτό ένα ισομοριακό μείγμα τέτοιων οπτικών αντιπόδων δίνει τη ρακεμική μορφή, που είναι οπτικά ανενεργή.Αντίθετα με ό,τι συμβαίνει στα συντακτικά ισομερή, που είναι βασικά ενώσεις διαφορετικές είτε ως προς τις χημικές είτε ως προς τις φυσικές τους ιδιότητες, δύο στερεοϊσομερή διαφέρουν μόνο στην οπτική τους ενεργότητα και πολλά από αυτά και στη βιολογική τους δράση. Συνηθίζεται να σημειώνονται με το σημείο (+) οι δεξιόστροφες μορφές και με το σημείο (-) οι αριστερόστροφες. Στο όνομα κάθε οπτικά ενεργής χημικής ένωσης (όπως είναι τα σάκχαρα) μαζί με το σημείο + ή - προστίθεται και το σύμβολο D ή L, το οποίο δηλώνει τη διάταξη στον χώρο των ατόμων που είναι ενωμένα με το πιο απομακρυσμένο από την καρβονυλική ομάδα ασύμμετρο άτομο άνθρακα· το D υποδηλώνει διάταξη όμοια με τη διάταξη της δεξιόστροφης γλυκεριναλδεΰδης, ενώ το L διάταξη όμοια με την αριστερόστροφη γλυκεριναλδεΰδη, η οποία θεωρείται ως μητρική ένωση. Έτσι το πρόθεμα D ή L δείχνει μόνο τη στερεοχημική διάταξη του μορίου, ανεξάρτητα από τη στροφική του ικανότητα, που μπορεί να είναι αρνητική ή θετική. Είναι λοιπόν δυνατόν να έχουμε ουσίες D (+), D (-), L (+), L (-). Διαχωρισμός των ρακεμικών μειγμάτων. Οι δύο οπτικοί αντίποδες έχουν χημικές και φυσικές ιδιότητες τόσο όμοιες ώστε είναι πολύ δύσκολο να τις χρησιμοποιήσουμε για να διαχωρίσουμε από το ρακεμικό μείγμα τις δύο εναντιομερείς μορφές του. Υπάρχουν ωστόσο τρεις μέθοδοι για να πραγματοποιήσουμε αυτό τον διαχωρισμό: Μηχανικός διαχωρισμός. Είναι εκείνος, μάλλον σπάνιος, που χρησιμοποίησε ο Παστέρ για να διαχωρίσει από τη ρακεμική μορφή τους κρυστάλλους των νατριο-αμμωνιούχων τρυγικών αλάτων. Όταν με την κρυστάλλωση αυτών λαμβάνεται ένα μεικτό ίζημα, δηλαδή λαμβάνει χώρα ξεχωριστή καθίζηση των δύο κρυσταλλικών μορφών, τότε είναι δυνατόν με έναν ισχυρό φακό να διαχωριστεί το ίζημα, με απλή επιλογή, στους δύο τύπους των εναντιόμορφων κρυστάλλων. Όταν όμως με την κρυστάλλωση λαμβάνεται ίζημα από μεικτούς κρυστάλλους ή ενιαίες μοριακές ενώσεις, τότε είναι αδύνατος αυτός ο διαχωρισμός. Χημικός διαχωρισμός. Κατά τη μέθοδο αυτή, που εφαρμόζεται συχνότερα, φέρνουμε σε αντίδραση τους δύο αντίποδες της ρακεμικής μορφής με μια οπτικά ενεργή ουσία. Έτσι προκύπτουν δύο νέες ουσίες, οι οποίες δεν είναι πια οπτικοί αντίποδες αλλά έχουν διαφορετικές ιδιότητες (π.χ. διαφορετική διαλυτότητα) και έτσι είναι δυνατός ο διαχωρισμός τους. Από τις δύο νέες ενώσεις, που είναι πλέον χωρισμένες, μπορούμε εύκολα να ξαναπάρουμε τους απλούς οπτικούς αντίποδες. Βιολογικός διαχωρισμός. Δεν χρησιμοποιείται πολύ, επειδή οδηγεί στην καταστροφή του ενός από τους δύο αντίποδες. Κατά τη μέθοδο αυτή γίνεται εκμετάλλευση του γεγονότος ότι υπάρχουν μερικοί μικροοργανισμοί ικανοί να χρησιμοποιήσουν για τον κύριο μεταβολισμό τους τον έναν από τους δύο αντίποδες της ρακεμικής μορφής, οπότε μένει ανέπαφος ο άλλος, ο οποίος διαχωρίζεται. Ρακεμοποίηση. Με την επίδραση διαφόρων φυσικών παραγόντων, όπως για παράδειγμα η χαμηλή θερμοκρασία, αλλά μερικές φορές ακόμα και σε κανονικές συνθήκες, παρατηρείται μετατροπή του ενός οπτικού αντίποδα στο ρακεμικό του μείγμα, από το οποίο μπορούμε και να πραγματοποιήσουμε τον διαχωρισμό του. Ο μετασχηματισμός αυτός ονομάζεται ρακεμοποίηση. Υπάρχει εξάλλου και η δυνατότητα της χημικής μετατροπής μιας οπτικά ενεργούς ένωσης στον αντίποδά της χωρίς να περάσουμε από το ρακεμικό μείγμα (αναστροφή). Αν μία ένωση περιέχει περισσότερα από ένα ασύμμετρα άτομα άνθρακα, η συνολική οπτική ενεργότητα που προκύπτει θα ισούται με τις τιμές της ενεργότητας των επιμέρους ασύμμετρων ατόμων άνθρακα. Τα άτομα αυτά μπορούν πράγματι να στρέψουν το φως κατά μία μοναδική φορά ή σε αντίθετη φορά το ένα ως προς το άλλο. Μια πολύ ενδιαφέρουσα περίπτωση αναφέρεται σε μόρια τα οποία περιέχουν δύο ασύμμετρα άτομα άνθρακα, με οπτική ενεργότητα ίση αλλά αντίθετης φοράς·δημιουργείται έτσι ένα φαινόμενο εσωτερικού συμψηφισμού (ενδομοριακή ανενέργεια), οπότε το μόριο συνολικά θα είναι οπτικά ανενεργό. Οι ενώσεις αυτές ονομάζονται μεσοενώσεις. Φαινόμενο αυτού του τύπου παρουσιάζει το τρυγικό οξύ· υπάρχει πράγματι το αριστερόστροφο, το δεξιόστροφο και το μέσο τρυγικό οξύ, που είναι ενδομοριακά ανενεργό και το οποίο διαφέρει από το ρακεμικό μείγμα των δύο οξέων, που είναι οπτικοί αντίποδες, και ονομάζεται ρακεμικό τρυγικό οξύ. Μια ειδική περίπτωση οπτικής ι. εμφανίζεται στα σάκχαρα αλδόζες, τα οποία διαφέρουν μόνο ως προς τη διάταξη του ατόμου άνθρακα, που είναι πλησιέστερο προς την αλδεϋδική ομάδα. Τα ισομερή αυτά λέγονται επιμερή. γεωμετρική ι. ή cis - trans. Πρόκειται για έναν τύπο ι. στον χώρο, η οποία διαφέρει από την οπτική ι., γιατί αυτά τα στερεοϊσομερή δεν είναι οπτικά ενεργά. Είναι γνωστό ότι δύο άτομα άνθρακα, ενωμένα με έναν απλό δεσμό, μπορούν να στρέφονται ελεύθερα γύρω από τον άξονα αυτού του δεσμού. Αντίθετα, δύο άτομα άνθρακα ενωμένα με έναν διπλό δεσμό χάνουν την ικανότητα να στρέφονται, επειδή καθηλώνονται από τον διπλό δεσμό, ο οποίος διατάσσεται σε ένα επίπεδο κάθετο ως προς τους άλλους δεσμούς σθένους, οι οποίοι συνδέουν τα δύο άτομα του άνθρακα με τα άλλα άτομα ή τις ατομικές ομάδες του μορίου. Αν οι ομάδες που είναι ενωμένες με καθένα από τα δύο άτομα του άνθρακα διαφέρουν μεταξύ τους (ανεξάρτητα από το αν είναι ίδιες με τις ομάδες του άλλου ατόμου άνθρακα), μπορούμε να έχουμε δύο δυνατές διευθετήσεις: 1) τη διευθέτηση cis, κατά την οποία τα όμοια άτομα διατάσσονται προς την ίδια κατεύθυνση σε σχέση με το επίπεδο του διπλού δεσμού· 2) τη διευθέτηση trans, κατά την οποία τα όμοια άτομα διατάσσονται σε αντίθετη κατεύθυνση σε σχέση με αυτό το επίπεδο. Σε αντίθεση με τα οπτικά ισομερή, τα cis - trans ισομερή διαφέρουν γενικά ως προς τις χημικές ή φυσικές τους ιδιότητες. Μια κλασική περίπτωση ι. cis - trans εμφανίζεται στο μηλεϊνικό οξύ (τύπος cis): και στο φουμαρικό οξύ (τύπος trans): Η απεικόνιση ενώσεων με γεωμετρικά στερεοϊσομερή μορφή γίνεται αρκετά σαφής με πρότυπα, ωστόσο συχνή είναι η χρήση τύπων προβολής, οι οποίοι δίνουν με τρόπο σαφή τη μορφή της ένωσης που απεικονίζουν. Παρότι το φαινόμενο της στερεοϊσομέρειας είναι περισσότερο συνηθισμένο στις οργανικές ενώσεις, υπάρχουν και πολλές ανόργανες ουσίες που περιέχουν ένα μόριο με ασύμμετρη διάταξη στον χώρο και εμφανίζουν το φαινόμενο της στερεοϊσομέρειας και της οπτικής ενεργότητας. πυρηνική ι. Έτσι ονομάζεται η ύπαρξη σε μερικούς ατομικούς πυρήνες διεγερμένων καταστάσεων με ασυνήθιστα μεγάλους χρόνους ημιζωής. Η πυρηνική ι. διαπιστώθηκε το 1921, όταν ο Γερμανός φυσικός Ότο Χαν ανακάλυψε ένα ραδιενεργό ισότοπο του ουρανίου που δεν διέφερε ούτε ως προς τις χημικές ιδιότητες ούτε ως προς τον μαζικό αριθμό από το τότε γνωστό ουράνιο. Όπως διαπιστώθηκε αργότερα τα δύο αυτά ισότοπα δεν ήταν παρά δύο διαφορετικές καταστάσεις του ίδιου ισοτόπου του πρωτακτινίου (Pa) 234 με διαφορετικές ημιζωές και ενέργειες διέγερσης, οι οποίες ονομάστηκαν –κατ’ αναλογία προς τις οργανικές ισομερείς ενώσεις– πυρηνικά ισομερή. Έχει βρεθεί μεγάλος αριθμός ισομερών καταστάσεων με ημιζωές από 10-6.800 χρόνια, ενώ η μεγαλύτερη ημιζωή είναι του ποσειδωνίου (Np) 236 που φτάνει τα 5.500 χρόνια. Από τους ισομερείς πυρήνες, αυτός που βρίσκεται στη χαμηλότερη ενεργειακή στάθμη ονομάζεται θεμελιώδης πυρήνας και έχει τη μικρότερη μάζα. Οι υπόλοιποι ισομερείς πυρήνες είναι ασταθείς, δηλαδή διασπώνται, εκπέμποντας ακτίνες γάμμα, και σχηματίζουν τον θεμελιώδη πυρήνα (οι διασπάσεις μπορούν να οδηγήσουν επίσης στον σχηματισμό ενδιάμεσων ισομερών πυρήνων). Ο χαρακτηρισμός ισομερής αναφέρεται γενικά σε πυρήνες που διασπώνται αργά,με ημιζωές από μερικά εκατομμυριοστά του δευτερολέπτου έως μερικά έτη. Ο χαρακτηρισμός διεγερμένος πυρήνας αναφέρεται ειδικά στους πυρήνες που επιστρέφουν στη θεμελιώδη κατάσταση πολύ γρήγορα. Το διακριτικό όριο ανάμεσα στις δύο περιπτώσεις είναι αυθαίρετο – και για τον λόγο αυτόν ο όρος πυρηνική ι. δεν χρησιμοποιείται συχνά. Η πυρηνική ι. οφείλεται σε ιδιομορφίες της δομής των πυρήνων και, πιο συγκεκριμένα, εξαρτάται από τη διαφορά των πυρηνικών σπιν και από τη διαφορά της ενέργειας διέγερσης ανάμεσα στην αρχική και στην τελική κατάσταση. Κατά συνέπεια, ισομερείς καταστάσεις παρατηρούνται όταν υπάρχει μεγάλη διαφορά στο πυρηνικό σπιν μεταξύ των δύο αυτών καταστάσεων ή όταν η διαφορά ενέργειας μεταξύ της αρχικής και της τελικής κατάστασης είναι μικρή· στις περιπτώσεις αυτές, η ημιζωή της διεγερμένης κατάστασης μεγαλώνει επειδή η πιθανότητα εκπομπής ακτίνων γάμμα γίνεται μικρότερη. Πάνω, στερεοχημικά πρότυπα που παριστάνουν τη στερεοϊσομέρεια του γαλακτικού οξέος: οι δύο μορφές διαφέρουν κατά τη θέση του υδρογόνου και της υδροξυλικής ομάδας OΗ, δεν συμπίπτουν με υπέρθεση και είναι η μία το κατοπτρικό είδωλο της άλλης. Κάτω, παράδειγμα της ισομέρειας cis-trans: τύποι του μηλεϊνικού οξέος (cis) (αριστερά) και του φουμαρικού οξέος {trans) (δεξιά). Εναντιόμορφοι κρύσταλλοι χαλαζία: παρατηρείται ότι η μία μορφή είναι το κατοπτρικό είδωλο της άλλης.
* * *
η (ΑΜ ἰσομέρεια)
πάπ.
1. η ισότητα τών μερών ενός όλου μεταξύ τους
2. ισότητα, αμοιβαία σχέση
νεοελλ.
1. χημ. το φαινόμενο κατά το οποίο δύο ή περισσότερα σώματα έχουν την ίδια ακριβώς χημική σύσταση, αλλά διαφέρουν ως προς τη διάταξη τών ατόμων τους
μσν.
ισότητα κατά τον διακανονισμό λογαριασμού.
[ΕΤΥΜΟΛ. Το αρχ. ἰσομέρεια < ἰσομερής, ενώ ο επιστημον. όρος είναι αντιδάνεια λ., πρβλ. αγγλ. isomery < isomeric (πρβλ. ισομερής) + κατάλ. -y].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ισομέρεια — η 1. ισότητα μερών. 2. φαινόμενο κατά το οποίο δύο χημικές ενώσεις έχουν τον ίδιο μοριακό τύπο, ίδιο μοριακό βάρος, αλλά διαφορετικές ιδιότητες …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • στερεοϊσομέρεια — Ειδική μορφή ισομέρειας οργανικών ενώσεων, όπως π.χ. είναι τα σάκχαρα, τα γαλακτικά οξέα, τα τρυγικά οξέα, που διακρίνονται με τη διαφορετική διάταξη στο χώρο των ατόμων σε κάθε μόριό τους. Οι στερεοϊσομερείς ενώσεις περιέχουν πάντοτε ένα ή… …   Dictionary of Greek

  • άνθρακας — I (anthrax). Δίπτερο έντομο της οικογένειας των βομβυλιιδών. Πρόκειται για μεγάλη μύγα, που φτάνει σε μήκος τα 25 εκ. Έχει μαύρο σώμα με λέπια και τρίχες, πλατύ κεφάλι και προβοσκίδα που συνήθως είναι πολύ μακριά και λεπτή. Το θηλυκό γεννά τα… …   Dictionary of Greek

  • γλυκόζη — Οργανική ένωση, του τύπου C6H12Ο6, που ανήκει στην τάξη των σακχάρων. Είναι ένας μονοσακχαρίτης με 6 άτομα άνθρακα (εξόζη), με μία αλδεϋδική ομάδα (αλδόζη). Στη φύση βρίσκεται στα φρούτα, σε πολλούς γλυκοζίτες, στο αίμα, όπου περιέχεται σε… …   Dictionary of Greek

  • σπειρανικός — ή, ό, Ν [σπειράνιο] αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στο σπειράνιο (α. «σπειρανική ισομέρεια» β. «σπειρανικοί υδρογονάνθρακες») …   Dictionary of Greek

  • τύπος — Στα μαθηματικά είναι η συμβολική γραφή που εκφράζει κάποια σχέση ισότητας ή ανισότητας, ή είναι η έκφραση ενός μεγέθους σε συνάρτηση άλλων μεγεθών κλπ. Με τη γενική αυτή έννοια, ο τ. παριστάνει με διάφορα σύμβολα μια μαθηματική πρόταση.… …   Dictionary of Greek

  • Βέγκα Καρπίο, Φέλιξ Λόπε ντε- — (Félix Lope de Vega Carpiο, Μαδρίτη 1562 – 1635). Ισπανός θεατρικός συγγραφέας και ποιητής (αναφέρεται συχνά απλώς ως Λόπε ντε Βέγκα). Ανήσυχη και θερμή ιδιοσυγκρασία, παρασύρθηκε γρήγορα σε μια ζωή πολυτάραχη και περιπετειώδη, γεμάτη ατέλειωτες… …   Dictionary of Greek

  • Βισλικένους, Γιοχάνες — (Johannes Wislicenus,Κλάιν Άιχστατ 1835 – Λειψία 1902).Γερμανός φυσικός. Ο Β. ολοκλήρωσε τον πρώτο κύκλο των σπουδών του στη Θουριγκία, και το 1853 πήγε στις Ηνωμένες Πολιτείες ακολουθώντας τον αδελφό του, θύμα των θρησκευτικών αντιθέσεων. Όταν… …   Dictionary of Greek

  • γαλακτικό οξύ — (α–οξυπροπιονικό οξύ). Οργανική ένωση που ανήκει στην ομάδα των οξυοξέων· αντιδρά και ως οξύ και ως βάση. Είναι υγρό πυκνόρρευστο, διαλυτό σε νερό, αλκοόλη και αιθέρα. Παράγεται κατά τη γαλακτική ζύμωση της γλυκόζης και του γαλακτοσακχάρου από… …   Dictionary of Greek

  • υδρογονάνθρακες — Οργανικές ενώσεις που αποτελούνται μόνο από άτομα άνθρακα και υδρογόνου. Ανάλογα με τον τύπο δομής, οι ενώσεις αυτές υποδιαιρούνται σε τρεις μεγάλες ομάδες: αλειφατικούς, αλεικυκλικούς και αρωματικούς υ. Οι αλειφατικοί υ. αποτελούνται από άτομα… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.